Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Όταν η θεωρία των παιγνίων μετατρέπεται σε παιγνιώδη θεωρία

του Σωτήρη Ασημιάδη

Eίναι μονόδρομος  ο δρόμος που χεις πάρει και δεν σε βλέπω να γυρίζεις πίσω

Τρύπες

Η συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους «εταίρους» -
δανειστές μοιάζει με αγώνα δρόμου σε κυκλικό στάδιο στον οποίο το σημείο τερματισμού , ταυτίζεται με το σημείο αφετηρίας. Μια διαπραγμάτευση πάντως προϋποθέτει  , εξ’ορισμού ,δύο αντιπάλους ισοδύναμους ή σχετικά ισοδύναμους με ξεκάθαρους και συμφωνημένους , εξ’αρχής , τους όρους διεξαγωγής της . Στο διάστημα από την «επώδυνη» συμφωνία του Φλεβάρη μέχρι σήμερα ,εκείνο που παρατηρούμε είναι αφενός , μια συνεχώς υποχωρούσα κυβέρνηση και αφετέρου , έναν αντίπαλο που , προϊόντος του χρόνου , απαιτεί ολο και περισσότερες παραχωρήσεις , με απώτερο σκοπό τον ηθικοπολιτικό  εξευτελισμό της κυβέρνησης .
   Θεωρώ άλλωστε ότι η post factum επίκληση , εκ μέρους της κυβέρνησης , της λανθασμένης αρχικά εκτίμησης σχετικά με τις προθέσεις του αντιπάλου , αποτελεί αφελή πρόφαση επικοινωνιακού χαρακτήρα και μάλιστα κατώτερη των περιστάσεων .
  Ο Σύριζα συγκροτήθηκε ως πολιτικό υποκείμενο έχοντας ως κεντρικό σημείο της ανάλυσης του , το γεγόνος , ότι η Ελλάδα αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί το χώρο διεξαγωγής ενός πολιτικοκοινωνικού πειράματος , που στόχος του ήταν η εμπέδωση ενός ακραία νεοφιλελεύθερου και μεταδημοκρατικού καπιταλισμού .  Υπήρξε δηλαδή , mutatis mutandis , η Χιλή του 21ου αιώνα  
Ήταν λοιπόν γνωστό , σε όλους , από την αρχή ότι ο αντίπαλος ήταν εξαιρετικά ισχυρός και η πολιτική διακύβευση σημαντικότατη . Και ήταν επίσης, εξ’υπαρχής , ξεκάθαρο ότι είχαμε απέναντί μας έναν  πολιτικό-ταξικό συνασπισμό ο οποίος , ηγεμονευόμενος από τις πιο ακραίες μερίδες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου , είχε και εξακολουθεί να έχει ως στόχο τη συντριβή των δυνάμεων της εργασίας , μέσω της διαρκούς  απαξίωσης της , αλλά και της απίσχνασης των μηχανισμών αναπαραγωγής της ,  που στην πλειονότητα τους μετατρέπονται , ιδιωτικοποιούμενοι ,  σε χώρους κερδοφορίας του κεφαλαίου
Σε επίπεδο πολιτικό-θεσμικό στόχος του ήταν και είναι η μετατροπή της δημοκρατίας , νοούμενης έστω και ως οριοθετημένης αυτονομίας του δήμου , σε τυπικό τελετουργικό επικύρωσης αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού και πάντως ερρήμην του λαού .
Ο σύμμαχος , κατά συνέπεια , του Σύριζα απέναντι στον τερατώδη , ομολογουμένως , αντίπαλο ήταν και εξακολουθεί να είναι όλο αυτό το πολύμορφο μεταφορντικό εργασιακό σύμπαν που αποτελείται από επισφαλώς εργαζόμενους , πρεκάριους και ανέργους .
Πράγματι , μια από τις βασικές επιτυχίες του Σύριζα υπήρξε η εγκαθίδρυση , μετά από πολλά χρόνια , ανοικτών και αλληλοτροφοδοτούμενων διαύλων επικοινωνίας  με τις δυνάμεις της εργασίας , σχέση που αποτυπώθηκε και στο ριζοσπαστικό πολιτικό του στίγμα
Μια επίσης σημαντική επιτυχία του  υπήρξε το γεγονός ,ότι μπόρεσε να εγκαλέσει , ιδεολογικά , με την πολιτική του πρόταση , τα πληττόμενα και βίαια περιθωριοποιούμενα , από την κρίση μεσαία στρώματα , τα οποία  είχαν ήδη υποστεί την βίαια και μονομερή διαρραγή  του συμβολαίου που είχαν συνάψει  με τις κυρίαρχες  μερίδες του κεφαλαίου, τις προηγούμενες δεκαετίες
Τούτων δοθέντων τόσο ο αντίπαλος , όσο και οι σύμμαχοι, ήταν  εκ των προτέρων  γνωστοί, όπως βέβαια , γνωστή ήταν και η ισχύς του αντιπάλου
Συμπερασματικά ο Σύριζα κέρδισε τις εκλογές , έχοντας ως αιχμή του δόρατος της πολιτικής του πρότασης , την ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές και τους διεθνείς και εγχώριους πολιτικούς εκφραστές τους . Γι’αυτό άλλωστε θεώρησε ως  conditio sine qua non της πολιτικής του στρατηγικής το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης , ένα minimum δηλαδή μέτρων, συντηρητικού κενσυανισμού  , που θα λειτουργούσαν  ανακουφιστικά για τη χειμαζόμενη , εδώ και 5 χρόνια κοινωνία , η οποία αποσυντιθέμενη  με ταχύτατους ρυθμούς οδηγούνταν στην επιλογή ακροδεξιού τύπου πολιτικών αφηγήσεων
Το πρόγραμμα μάλιστα αυτό θα αποτελούσε το απαραίτητο κοινωνικό υπέδαφος ,πάνω στο οποίο θα βασίζονταν μια πιο μακροπρόθεσμη πολιτική κοινωνικού μετασχηματισμού . Για το λόγο αυτό δηλώθηκε , σε όλους τους τόνους , ότι θα υλοποιούνταν ανεξάρτητα από τις όποιες βουλήσεις και επιθυμίες των δανειστών  - αντιπάλων .
Είναι νομίζω , μετά από όλα αυτά , ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι ο λαός , με την Λακλαική έννοια του όρου ,αποτελούσε , τόσο πριν , όσο και λίγο μετά τις εκλογές , το μοναδικό αξιόπιστο σύμμαχο του Σύριζα . Φαίνεται όμως , μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα της διαπραγμάτευσης , να μετατρέπεται από ενεργό πολιτικό παίκτη , σε παθητικό θεατή πρωτοβουλιών που λαμβάνονται και υλοποιούνται από ευφυείς διαπραγματευτές – τεχνοκράτες , γεγονός που συντελεί στη ραγδαία παθητικοποίηση του .
Και είναι ακόμα προφανέστερο ότι η συνέχιση και παράταση αυτής της νοσηρής οικονομικοκοινωνικής κατάσταση  μετατοπίζει, με ταχύτατους ρυθμούς , προς τα δεξιότερα το σύνολο του πολιτικού σκηνικού
Θεωρώ λοιπόν , δοθείσης και της πύκνωσης του ιστορικού χρόνου , ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί άμεσα η ατελέσφορη και ηττοπαθής πολιτική της διαπραγμάτευσης , με αντιπάλους που αρνούνται να διαπραγματευτούν και έχουν ως στόχο τη συντριβή του πολιτικού παραδείγματος του Σύριζα , το οποίο θεωρούν ένα είδος πολιτικού έμπολα που η εξάπλωσή του πρέπει , πάση θυσία , να περιοριστεί εντός των ελληνικών συνόρων .
Μοναδική , έστω και με καθυστέρηση , απάντηση είναι η επιστροφή στο «παρελθόν» μέσω μιας συγκροτημένης πρότασης ρήξης που θα συντείνει στην επαναενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα , τον οποίο θα καθιστά , εκ νέου ,κυρίαρχο πολιτικό παίκτη
Σε διαφορετική περίπτωση , η συνέχιση αυτής της παραλυτικής διαπραγμάτευσης θα μετατρέψει την τόσο συζητημένη , εσχάτως , θεωρία των παιγνίων σε παιγνιώδη θεωρία και τα κοινωνικά στρώματα που στήριξαν τον Σύριζα , από κυρίαρχους παίκτες,  σε παθητικούς θεατές μιας προαναγγελθείσης ήττας  

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Inter canem et lupum

Του Σωτήρη Ασημιάδη

Είναι , νομίζω , απαραίτητο για την κατανόηση της διαρκούς διαπραγμάτευσης - σύγκρουσης , που βρίσκεται εν εξελίξει ,ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους Ευρωπαίους "εταίρους" να έχουμε μια , οσο το δυνατόν σαφέστερη , εικόνα του πλαισίου , μέσα στο οποίο διεξάγεται
    Ο ελληνικός καπιταλισμός , γιατί περί αυτού ομιλούμε , και δεν πρέπει επουδενί να ξεχνάμε και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία διαχειριστής του είναι μια κυβέρνηση της ριζοσπαστικής αριστεράς , βρίσκεται εν μέσω σφοδρών ενδοιμπεριαλιστικών και ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων.
  Οι κυρίαρχες , παγκοσμίως , στρατηγικές συσσώρευσης  , στην παρούσα ιστορική συγκυρία , είναι grosso modo, δύο .  Η πρώτη ειναι εκείνη του αμερικάνικου  καπιταλισμού που θα τη χαρακτήριζα , εξαπλουστεύοντας την ενδεχομένως , ως συντηρητικό κεινσιανισμό , η οποία βασίζεται σε μία επεκτατική νομισματική πολιτική και σε μια προσπάθεια αύξησης της ενεργούζήτησης μέσω δημοσίων επενδύσεων . Η απάντηση στο ερώτημα γιατί η συγκεκριμένη στρατηγική δεν γίνεται ηγεμονική , παρά την κυρίαρχη θέση του αμερικάνικου καπιταλισμού  στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα , μπορεί να συμπυκνωθεί στην εγγενή αντίφαση της άρθρωσης μιας κεινσιανής πολιτικής σε ένα , παγκοσμίως, αντικενσιανό περιβάλλον ή ενδεχομένως σε ένα , παγκοσμίως , μετακενσιανό περιβάλλον . Είναι γνωστό πως για την εμπέδωση μιας κενσιανής πολιτικής , έστω και συντηρητικής , απαιτείται η ύπαρξη ισχυρών κρατικών οντοτήτων που σχεδιάζουν και εφαρμόζουν αντικυκλικές πολιτικές , μέσω εκτεταμένων  δημοσίων επενδύσεων οι οποίες αυξάνουν την απασχόληση και συνεπακόλουθα την ενεργό ζήτηση . Εν προκειμένω κάθε άλλο παρά ευνοϊκές είναι οι συνθήκες για μια τέτοιου είδους στρατηγική , δοθείσης της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που κερδίζει , περισσότερο , τζογάροντας παρά παράγοντας και φυσικά εξ αιτίας του κυρίαρχου ρόλου των αγορών που δρουν ,σχετικά, ανεξέλεγκτα.
Η δεύτερη στρατηγική συσσώρευσης , εκείνη του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλιστικού , προτεσταντικής έμπνευσης , γερμανικού καπιταλισμού , βασίζεται στην πλήρη απαξίωση της εργατικής δύναμης , στην αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους και στη συνεχή απίσχανση των δικαιωμάτων και όλα αυτά στο πλαίσιο μιας σιδηράς δημοσιονομικής λογικής .
Το γεγονός ότι και αυτή η στρατηγική , με τη σειρά της , δεν γίνεται ηγεμονική οφείλεται στο ότι θέτει σε διακινδύνευση αρχικά ,για τους λιγότερο ισχυρούς ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς και μακροπρόθεσμα για τον ίδιο το γερμανικό καπιταλισμό , τις συνθήκες αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου . Με άλλα λόγια αν η Ευρώπη αποτελούσε μια συμπαγή υπερκρατική οντότητα , ίσως αυτή η στρατηγική θα είχε πολύ λιγότερες πιθανότητες επικράτησης .

Τούτων δοθέντων,  ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αναγκασμένος να προσπαθεί να εκμεταλλεύεται  διαρκώς τις ρωγμές που διανοίγονται από τη σύγκρουση  αυτή καταλαμβάνοντας , ει δυνατόν , καλύτερες θέσεις  σε μια λογική ενός διαρκούς γκραμτσιανού πολέμου θέσεων , με απώτερο σκοπό  την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη .
 Μοναδικό , ενδεχομένως , όπλο του ΣΥΡΙΖΑ , στην παρούσα συγκυρία , είναι η ισχυρή , μετά από χρόνια , σχέση που ανέπτυξε με τα χειμαζόμενα από την κρίση κοινωνικά στρώματα , των οποίων τις ανάγκες δεσμεύτηκε να μετουσιώσει σε εφαρμοσμένη πολιτική . Είναι όμως βέβαιο ότι αυτή η σχέση στο πλαίσιο του ηγεμονευόμενου συμβιβασμού , ο οποίος επετεύχθη, θα δοκιμαστεί σκληρά μιας και τα περιθώρια άσκησης , ουσιαστικής , κοινωνικής πολιτικής είναι ασφυκτικά .
Με άλλα λόγια ο «Λαός», με τη Λακλαική έννοια του όρου ,που στηρίζει αυτή τη στιγμή τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί ως κενό σημαίνον να νοηματοδοτηθεί , σε περίπτωση επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης , από άλλου είδους αφηγήσεις ακροδεξιού τύπου , οι οποίες θα φανούν ως η μοναδική εναλλακτική στο νεοφιλελεύθερο μονόδρομο .
Ο χρόνος , κατά συνέπεια , ο οποίος θεωρήθηκε ένα από τα κέρδη της διαπραγμάτευσης θα λειτουργήσει , σ’αυτή την περίπτωση , ως αντίπαλος .
Σε κάθε περίπτωση , έχω την αίσθηση , πως στη διαπραγμάτευση υποτιμήθηκε το γεγονός ότι ο στρατηγικός στόχος των κυρίαρχων οικονομικοπολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης είναι η συντριβή του μοντέλου ΣΥΡΙΖΑ , μιας και θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για άλλα παρόμοια εγχειρήματα  και άρα μια ,μονοδιάστατα , οικονομίστικη προσέγγιση της διαπραγμάτευσης είναι , εξ’υπαρχής ,ανεπαρκής  .
Τούτων δοθέντων , η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ,πρέπει  το ταχύτερο δυνατόν  εκμεταλλευόμενη το συγκριτικό πλεονέκτημα της ευρύτατης λαϊκής στήριξης , να αρθρώσει μια πειστική εναλλακτική στο ενδεχόμενο μιας , πολύ πιθανής , δογματικής εμμονής των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης και κυρίως της Γερμανίας . Και αυτό γιατί το όποιο σχέδιο ρήξης έχει πιθανότητες επιτυχίας μόνον στο βαθμό που είναι πραγματικά εφαρμόσιμο, πράγμα που και ο αντίπαλος γνωρίζει .
Είναι βέβαια σαφές , ότι την επιτυχία η αποτυχία της μιας η της άλλης επιλογής ,καθώς και τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από αυτές δεν μπορεί να τα εγγυηθεί κανένας ,δεδομένου ότι βρισκόμαστε στο αχαρτογράφητο πολιτικοκοινωνικό πεδίο  της ενδεχομενικότητας  , κινούμενοι , συνεχώς , στο αμμώδες επίπεδο της πολιτικής οντολογίας του ενδεχομενικού
Εν κατακλείδι και για να τελειώσω με τα θετικά της διαπραγμάτευσης ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να επαναπολιτικοποιήσει και να φέρει στην ημερήσια διάταξη, της ευρωπαικής πολιτικής , ζητήματα ταμπού όπως η φτώχεια , η ανεργία , η ανθρωπιστική κρίση και μάλιστα όχι ως παράγωγα εγγενών ,αρνητικών , χαρακτηριστικών ενός λαού όπως η οκνηρία , η ανοργανωσιά κλπ στο πλαίσιο μιας τιμωριτικής , προτεσταντικού τύπου , ερμηνείας αλλά ,  ακριβώς ως παράγωγα αυτής της πολιτικής ερμηνείας και αντίληψης.  Πέτυχε έτσι , προς το παρόν , μια μικρή ρωγμή στο σιδηρούν πρόσωπο του ηγεμονικού , στην Ευρώπη , γερμανικού καπιταλισμού θίγοντας , τρόπον τινά , τα άγια τοις αγίοις του νεοφιλελεύθερου δόγματος και διαπράττοντας μια μικρή βεβήλωση, που όλοι ελπίζουμε να αποτελέσει την αρχή της αποιεροποίησης των νεοφιλελεύθερων ιερών γραφών .