Ιθαγένεια και μεταδημοκρατία
Από το 1955 έως σήμερα, οι κυρίαρχες επιλογές της Ελληνικής έννομης τάξης σε σχέση με το ποιος είναι και το ποιος γίνεται Έλληνας πολίτης παραμένουν σε γενικές γραμμές οι ίδιες, με μόνη αξιοπρόσεκτη εξαίρεση τις αλλαγές που επήλθαν στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 σε σχέση με την ιθαγένεια των γυναικών και των παιδιών τους με γνώμονα την προώθηση της ισότητας των φύλων.
Οι
επιμέρους, έκτοτε, παρεμβάσεις δυστυχώς ουδέποτε αμφισβήτησαν την αρρωστημένη
εμμονή του Ελληνικού δικαίου της ιθαγένειας στην αρχή του αίματος.
Η
πρώτη ουσιαστική ρήξη στη λογική του Jus Sanguinis, υπήρξε αναμφίβολα ο νόμος 3838/2010
γνωστός και ως νόμος Ραγκούση που έδινε το δικαίωμα, υπό συγκεκριμένες
προϋποθέσεις, της κτήσης της ιθαγένειας από αλλοδαπούς που διαμένουν στην Ελλάδα,
εισήγαγε δηλαδή, έσω και με καθυστέρηση δεκαετιών το JUS LOCI.
Δυστυχώς η τελευταία απόφαση του Συμβουλίου της
Επικρατείας και οι διεργασίες που ακολούθησαν, ως αποτέλεσμα της παραπάνω
απόφασης, προς την κατεύθυνση μιας επί τα χείρω τροποποίησης του συγκεκριμένου
νόμου, μας επανέφεραν βίαια στη σκληρή πραγματικότητα.
Η
συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί, όσο κι αν ακούγεται ακραίο, το νομικό ισοδύναμο
των αλαλαγμών των τσολιάδων χουλιγκάνων του 2004 που φώναζαν εν χορώ το γνωστό
«δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ – Αλβανέ».
Η
απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας είναι βέβαια διατυπωμένη με πιο εύσχημο
τρόπο, αλλά νομίζω πως ο σκληρός ιδεολογικός πυρήνας παραμένει ο ίδιος.
Το
δυσάρεστο είναι όμως, κυρίως για μας που παροικούμε την Ιερουσαλήμ, ότι η
Δικαστική εξουσία και εν προκειμένω το Συμβούλιο της Επικρατείας αντί να
αποτελεί ανάχωμα στην εμπέδωση παρόμοιων πολιτικών που βασίζονται σε
ξεπερασμένα και εν πολλοίς επικίνδυνα ιδεολογικά στερεότυπα, πολλώ δε μάλλον
όταν αυτά αφορούν τις ζωές χιλιάδων
συμπολιτών μας, γίνεται στην ουσία μηχανισμός ιδεολογικής αναπαραγωγής τους.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα του παράλογου αυτής της επιστροφής στην προ του 3838/2010 κατάστασης
αποτελεί η αντιμετώπιση της δεύτερης γενιάς μεταναστών στην Ελλάδα, ενώ η τρίτη σιγά – σιγά έρχεται.
Η
δεύτερη γενιά μεταναστών και πολύ περισσότερο η τρίτη, δεν νιώθει καν
μεταναστευτική γενιά, διότι, πολύ απλά δεν έχει δεσμούς με κανένα άλλο κράτος.
Με
άλλα λόγια είναι αδιανόητο, πολλοί άνθρωποι να θεωρούν την Ελλάδα πατρίδα τους
και αυτή να τους το αρνείται.
Το
γεγονός ότι μέχρι τον 3838/2010 η χώρα μας ήταν η μόνη μεταξύ των πρώτων 15 της
Ε.Ε. που δεν προέβλεπε ένα μηχανισμό που διευκολύνει την κτήση της ιθαγένειας
για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εδώ, συνιστούσε αρνητική πρωτοτυπία
που αναπαρήγαγε κραυγαλέες αδικίες με θύματα νέους ανθρώπους που τους απαγορευόταν
να είναι, παρά τη θέλησή τους, πολίτες της χώρας.
Πρέπει
να τονιστεί ότι με τον 3838, ο οποίος υποτίθεται ότι πρέπει να αλλάξει,
συντελέστηκε η ευθυγράμμιση, ως ένα βαθμό, του Ελληνικού Δικαίου Ιθαγένειας, με
τους νόμους των 15 κρατών μελών της Ε.Ε., που αποτελούν μεταναστευτικούς
προορισμούς. Ο νόμος αυτός προέβλεπε ρυθμίσεις κτήσης της ιθαγένειας που είτε
υπάρχουν στις χώρες του Ευρωπαϊκού νότου είτε έχει αποφασιστεί η υλοποίησή
τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ιταλία, χώρα με το πιο αυστηρό δίκαιο
Ιθαγένειας, η οποία με πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Τζιόρτζιο Ναπολιτάνο έχει θέσει
ως προτεραιότητα την κτήση της
ιθαγένειας από τη δεύτερη γενιά μεταναστών.
Η
Πορτογαλία με τη μεταρρύθμιση του 2006 επέφερε αλλαγές εξαιρετικά πιο
προωθημένες από τον 3838/2010.
Στην
Ισπανία, τα παιδιά των νόμων μεταναστών, τα οποία γεννήθηκαν στη χώρα αποκτούν
την ιθαγένεια σε ένα χρόνο, στη δε Γαλλία, της οποίας το δίκαιο βασίζεται στο JUS LOCI, αν ένα παιδί ζήσει 5 χρόνια στη χώρα
και είναι κάτω των 16 αποκτά την ιθαγένεια.
Για
το πόσο μεγάλη οπισθοδρόμηση είναι μια πιθανή στην προ του 3838/2010 κατάσταση
αποδεικνύεται από το γεγονός ότι με βάση τον Ευρωπαϊκό δείκτη ΜΙΡΕΧ, που
ποσοτικοποιεί τις επιδόσεις σε ζητήματα ιθαγένειας η Ελλάδα πριν το 2010
βρίσκονταν στις τελευταίες θέσεις των 30 κρατών, ενώ μετά τον 3838/2010 βρέθηκε
στην 13η θέση.
Πρέπει
να σημειώσω ότι μια επιστροφή στην προ του νόμου Ραγκούση κατάσταση σημαίνει
επίσης και έναν εντελώς συντηρητικό και κλειστοφοβικό ορισμό της έννοιας του
έθνους, που ορίζεται ως μια κλειστή και ομοιογενής κοινότητα η οποία δεν
εξελίσσεται στον χρόνο.
Είναι
ενδιαφέρον ότι με βάση έναν τέτοιου τύπου ορισμό, σημαντικοί Έλληνες του
παρελθόντος δεν θα έπρεπε να έχουν την Ελληνική ιθαγένεια, όπως για παράδειγμα
μεγάλο μέρος των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821.
Εάν και εφόσον επαληθευτεί
το χειρότερο σενάριο, της ανάκλησης δηλαδή της ιθαγένειας όσων αλλοδαπών την
απέκτησαν με βάση τον 3838/2010, τότε και στο πλαίσιο μιας φιλοπαίγμωνος αλλά
όμως ταυτόχρονα πιστής και ακραίας εφαρμογής της λογικής του δικαίου του
αίματος και της στενής ερμηνείας περί έθνους θα ήταν ενδιαφέρουσα μια Post Mortem ανάκληση της ιθαγένειας όλων των προηγούμενων.
Είναι βέβαια εξαιρετικά
ενδιαφέρον ότι το συμπαγές Εθνικό κριτήριο μπορεί να αντέξει κάποιες
εξαιρέσεις, αν αληθεύει το γεγονός ότι ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών Χρ.
Αθανασίου υποστήριξε πως συζητείται το ενδεχόμενο καθιέρωσης «Εξαιρετικής» ιθαγένειας
σε επενδυτές. Έτσι γίνεται σαφές ότι πέραν των γνωστών κριτηρίων για την
χορήγηση της Ελληνικής ιθαγένειας εισάγεται και το καινοφανές κριτήριο της
οικονομικής κατάστασης των αιτούντων.
Είναι νομίζω προφανές ότι
η συντηρητική αυτή στροφή σε ότι αφορά το δίκαιο της ιθαγένειας, δεν αποτελεί
μεμονωμένη επιλογή, αλλά εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση απίσχανσης των
δικαιωμάτων και αυταρχοποίησης της πολιτικής και κοινωνικής ζωής σε όλες της
τις εκφάνσεις.
Θέλω να θυμίσω ότι κομμάτι
της ίδιας πολιτικής λογικής υπήρξε και το άνοιγμα των περίφημων στρατοπέδων
υποδοχής – συγκέντρωσης των «παράνομων» μεταναστών και περισσότερο θα ήθελα να
σταθώ στην ονομασία που δόθηκε σε αυτή την επιχείρηση «ΞΕΝΙΟΣ ΖΕΥΣ». Τέτοιου
είδους παιγνιώδη φρίκη, μπορεί να συναντήσουμε μόνο αν ανατρέξουμε πίσω στα;
ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης που είχαν στην προμετωπίδα τους το γνωστό «Η
εργασία απελευθερώνει».
Σε κάθε περίπτωση, είναι
νομίζω λάθος και αποτέλεσμα ενός ιδιότυπου επιστημονικού αυτισμού να
απομονώσουμε την πολιτική που αφορά την ιθαγένεια χωρίς να την εντάξουμε σ΄ ένα
γενικότερο μεταδημοκρατικό πολιτικό σχέδιο που βασίζεται σε πολιτικά
νεοσυντηρητικές αφηγήσεις. Οι αφηγήσεις
αυτές έχουν ως στόχο την προβολή στο συλλογικό φαντασιακό ιδεολογικών
κατηγοριών, όπως εκείνες ενός δήθεν συμπαγούς, χωρίς ρηγματώσεις έθνους,
αμετάβλητο και ακίνητου στο χρόνο, με απώτερο σκοπό να συσκοτίσουν την προϊούσα
διάρρηξη του κοινωνικού ιστού , την
αποδιάρθρωση των συλλογικοτήτων και να επιτύχουν την εμπέδωση μιας κοινωνίας
που θα αποτελείται από έμφοβες ατομικότητες.
Πρέπει να πω, χωρίς να το
θεωρώ υπερβολή, ότι ζούμε μια ιδιότυπη κατάσταση εξαίρεσης, στην οποία, όπως
λέει ο Agamben,
το Σύνταγμα υπάρχει μέσω της αναστολής του και ο νόμος εφαρμόζεται
απεφαρμοζόμενος, οι δε πολίτες, κυρίως οι αδύναμοι κοινωνικά, πρωτίστως οι
αλλοδαποί συμπολίτες μας, αλλά όχι μόνον αυτοί πια ,ζουν σε μια ιδιότυπη
κατάσταση περιληπτικού αποκλεισμού, ζουν δηλαδή μετέωροι σε μια σκοτεινή νομικά
ζώνη που υπάρχει ανάμεσα στο νομιμο και το παράνομο, χωρίς να είναι ιδιαίτερα
ευκρινές, πώς και πότε περνούν από το ένα στο άλλο.
Τελειώνοντας και για να
επανέλθω στο αρχικό θέμα η απόλυτη επιστροφή στο Δίκαιο του αίματος σε μια
ζοφερή πολιτικο-κοινωνική συγκυρία όπως η σημερινή ,μου δίνει την εντύπωση ότι
στο βάθος του δρόμου αχνοφαίνεται η πύλη του Αουσβιτς που είναι έτοιμο να μας
υποδεχτεί στη φιλόξενη αγκαλιά του και στην προμετωπίδα η επιγραφή «η εργασία
απελευθερώνει» ή η ακόμη «εφυέστερη» Ξένιος Ζευς, διαλέγουμε και παίρνουμε.