Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

SALUS POPULI SUPREMA LEX EST

του Σωτήρη Ασημιάδη



“Fuori piove un mondo Freddo”
Paolo Conte *

Η θεωρητική τάση ερμηνείας του σύγχρονου καπιταλισμού ως επιστροφή στο παρελθόν, ή ακριβέστερα ως επιστροφή σ΄ ένα πρεκενσιανό μοντέλο του πρώτου ημίσεως του 19ου αιώνα, είναι νομίζω λανθασμένη ή τουλάχιστον λανθασμένη κατά το ήμισυ.
Το λάθος έγκειται, στο ότι ο καπιταλισμός φέρει στην κυτταρική του μνήμη όλες τις διαχρονικά επιβληθείσες μορφές εκμετάλλευσης της εργασίας, αλλά και όλες τις διαχρονικά επιβληθείσες μορφές κοινωνικής πειθάρχησης. Υπ΄ αυτή την έννοια ο σύγχρονος καπιταλισμός αποτελεί ένα υβριδικό μείγμα του καπιταλισμού της απόλυτης και του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας, σε συνδυασμό με τις πιο εξελιγμένες μορφές κοινωνικής πειθάρχησης, σε επίπεδο μακροφυσικής αλλά και μικροφυσικής της εξουσίας.
Είναι νομίζω πια ορατό δια γυμνού οφθαλμού, ότι όσον αφορά τις εργασιακές σχέσεις, βρισκόμαστε μπροστά σε μια γενικευμένη τάση κανονικοποίησης του μη κανονικού, αποτέλεσμα της οποίας είναι η δημιουργία ενός πολύμορφου μεταφορντικού εργασιακού σύμπαντος, που αποτελείται από μερικώς απασχολούμενους ,πρεκάριους και ανέργους, των οποίων «η γυμνή ζωή» καθίσταται κεντρικό Βιο-πολιτικό διακύβευμα της σύγχρονης καπιταλιστικής εξουσίας.
Σε πολιτικό επίπεδο η οριοθετημένη αυτονομία του Δήμου  που αντιστοιχεί στις φιλελεύθερες αστικές δημοκρατίες των τελευταίων 50 χρόνων, δίνει τη θέση της στην απροκάλυπτη ετερώνυμη σχέση του Δήμου με την θεοποιημένη αγορά.
Ο Δυτικοευρωπαϊκού τύπου καπιταλισμός, αντικαθίσταται από τον ασιατικού τύπου ομόλογό του και η VOX POPULI σωπαίνει μέχρι νεωτέρας και την θέση της καταλαμβάνει η VOX DEI, τοποθετώντας στη θέση του Θεού την πανταχού παρούσα αγορά.
Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Προμηθέας οδηγείται εκ νέου, σιδηροδέσμιος στον βράχο του.
Το πολυδιασπασμένο και πολύμορφο εργασιακό σύμπαν, δεν μπορεί να πειθαρχηθεί πια με τις μεθόδους του κλασικού φορντικού εργοστασίου, στο οποίο οι ρόλοι και οι εξουσίες ήταν ξεκάθαροι και στο οποίο όπου υπήρχε απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ αυτών που σχεδίαζαν και αυτών που εκτελούσαν, στη λογική μιας άκαμπτης και απαρασάλευτης ιεραρχίας. Η κοινωνική πειθάρχηση γίνεται πια πιο οριζόντια και διάχυτη, με βασικά της εργαλεία το φόβο και τον δανεισμό. Όλοι οι κυριαρχούμενοι πρέπει να φοβούνται για κάτι, άλλος γιατί χρωστάει στις τράπεζες ή στο δημόσιο, άλλος γιατί συμμετέχει σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας (σκουριές) και άλλος για την επισφαλή θέση εργασίας του. Εν τέλει όλοι είναι εγκλωβισμένοι σ΄ έναν πανταχού παρόντα μηχανισμό εγκλήσεων, στο εσωτερικό του οποίου οι πάντες εγκαλούνται ως «παραβάτες» ή «εν δυνάμει παραβάτες».
Ο τελικός στόχος είναι η οριστική μετατροπή της κοινωνίας των πολιτών, σ΄ ένα ανομοιογενές άθροισμα έμφοβων ατομικοτήτων:
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ ΔΑΓΚΩΝΕΙ?
Σημαντικό ρόλο στην εμπέδωση του μεταφιλελεύθερου καπιταλισμού παίζει,    όπως    πάντα,    η    ιδεολογία     όπως    αυτή    επιβάλλεται    στους
κυριαρχούμενους, μέσω των μηχανισμών και πρακτικών της.
Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, ότι ο νεοφιλελευθερισμός, στη λογική ενός «συντηρητικού γκραμσιανισμού», επέβαλε πρώτα την γλώσσα και το εννοιολογικό του σύμπαν και αργότερα την ταξική και πολιτική του εξουσία.
Δυστυχώς η αριστερά και εν προκειμένω ο ΣΥΡΙΖΑ, εγκλωβίζεται συχνά σε μία αδιέξοδη νεονομιναλιντική λογική που συσκοτίζει το πολιτικό και ιδεολογικό του στίγμα.
Είναι γνωστό ότι οι νομιναλιστές πίστευαν ότι οι έννοιες δεν υπάρχουν ή ότι δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία. Η χαρακτηριστική τους μάλιστα ρήση ήταν ότι «η έννοια του σκύλου δεν δαγκώνει». Νομίζω πως εν αντιθέσει με αυτό που υποστήριζαν, η έννοια του σκύλου όχι μόνο δαγκώνει αλλά μπορεί, μερικές φορές, να προκαλέσει και λύσσα.
Η επιλογή «εννοιολογικού σύμπαντος» είναι βασικό όχημα για την επικράτηση της μιας ή της άλλης ιδεολογίας.
Και όπως πολύ σωστά έλεγε ο Αλτουσερ, η κυρίαρχη ιδεολογία για να είναι ηγεμονική  πρέπει να είναι και ιδεολογία των κυριαρχούμενων, ή αλλιώς, όπως διευκρίνιζε ο Μπαλιμπάρ, πρέπει να είναι η συγκεκριμένη καθολίκευση του φαντασιακού των κυριαρχούμενων.
Έτσι λοιπόν δεν θεωρώ καθόλου άνευ σημασίας την χρήση από ένα πολιτικό υποκείμενο της αριστεράς έννοιών  του «αντιπάλου» που λειτουργούν παραμορφωτικά, σε μια περίοδο μάλιστα που η σκληρή κοινωνική πραγματικότητα την ευνοεί ούτως ώστε να επιβάλλει τη «γλώσσα της» και μέσω αυτής την ηγεμονιία της με γκραμσιανούς όρους.
Είναι σε όλους γνωστή η περίφημη φράση του Βιγνενστάιν, ο οποίος όταν ρωτήθηκε σχετικά με τη χρησιμότητα της φιλοσοφίας απήντησε ότι η φιλοσοφία είναι χρήσιμη μόνον στον βαθμό που βοηθάει τη μύγα να βγει απ΄ το μπουκάλι.
Για να βοηθήσουμε λοιπόν  τη μύγα να βγει απ΄ το μπουκάλι πρέπει, πρώτα απ΄ όλα, να το ονομάσουμε, πρέπει δηλαδή να πούμε το μπουκάλι – μπουκάλι κι όχι ενδιαφέρουσα εικαστική παρέμβαση φτιαγμένη από γυαλί και πρέπει επίσης να πούμε τον καπιταλισμό – καπιταλισμό και όχι «Ελληνική οικονομία»  κλεπτοκρατία κλπ.
Σε μια διαφορετική ανάγνωση του μύθου του σπηλαίου του Πλάτωνα, οφείλουμε να συμβάλλουμε και με τη «γλώσσα» έτσι ώστε οι δεσμώτες που είναι εγκλωβισμένοι μέσα του και οι οποίοι αντιλαμβάνονται τον έξω κόσμο μόνο από τις σκιές στα τοιχώματά του, όταν βγουν έξω απ΄ αυτό να αντικρύσουν, όχι βέβαια τον πλατωνικό κόσμο των ιδεών, αλλά τον απομαγευμένο μεταφορντικό καπιταλισμό στις πραγματικές του διαστάσεις, αλλά και το καπιταλιστικό κράτος με την πραγματική λεβιαθανική και αποκρουστική του όψη.
ΘΑ ΤΟΥΣ ΤΑΡΑΞΟΥΜΕ ΣΤΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ?
 Το παραπάνω, πολύ γνωστό σλόγκαν της ΕΔΑ έγινε, ως ένα βαθμό, η αιχμή του δόρατος της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, τους τελευταίους μήνες. Το σλόγκαν αυτό είναι από τη μία δηλωτικό της βούλησης «αποενοχοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ που καθιστά σαφές προς όλους ότι δεν «λοξοδρομεί» από το Συνταγματικό τόξο, όπως τον κατηγορούν οι αντίπαλοί του και από την άλλη αποδοχή ενός πολιτικο-θεσμικού Status, το οποίο όμως εμπεριέχει, έτσι κι αλλιώς, από το συντακτικό του ακόμα momentum τη δυνατότητα αναστολής του.
Είναι νομίζω τουλάχιστον άκαιρο, τη στιγμή που το ίδιο το καπιταλιστικό κράτος, ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης, προχωρεί σε μονομερή διάρρηξη του υπάρχοντος μέχρι σήμερα κοινωνικού συμβολαίου και στην «εφαρμογή» ενός Συντάγματος το οποίο υπάρχει μέσω της αναστολής του αλλά και ενός νόμου, ο οποίος εφαρμόζεται απεφαρμοζόμενος, να προσπαθεί ο ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει, σε μια περίοδο μάλιστα αλλαγής παραδείγματος για τον καπιταλισμό αλλά και σε μια περίοδο μιας de facto  κυρίως απίσχανσης των δικαιωμάτων, προβάλλοντας ως σημείο αιχμής της πολιτικής του έναν θεοποιημένο κοστιτουτσιοναλισμό και λεγκαλισμό.
Η απάντηση στην εμπέδωση της απόλυτης νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, δεν βρίσκεται, κυρίως, στο θεσμικό επίπεδο αλλά στο κοινωνικό.
Άλλωστε, όπως λέει ο Ζιζεκ, το συγκεκριμένο θεσμικο-πολιτικό οικοδόμημα βασίζεται σε μια σχέση  τραυματική στον πυρήνα της η οποία δεν είναι συνθέσιμη μακροπρόθεσμα.
Έχω την αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, τον τελευταίο καιρό, χάνοντας ένα μέρος της αρχικής δυναμικής του αλλά κυρίως της επαφής που είχε εγκαθιδρύσει με τους κυριαρχούμενους, εγκλωβίστηκε σε μια λογική «υπεύθυνης» και «γενικά αποδεκτής» ρεαλπολιτίκ.
Και ως ένα βαθμό, ευτυχώς όχι σε μεγάλο ακόμη, λειτουργεί ως γραφειοκρατικός μηχανισμός αναπαραγωγής εσωτερικών μικροεξουσιών αλλά και ως εφαλτήριο δημιουργίας προσωπικών στρατηγικών, που κινούνται στη λογική κατανομής πραγματικής και συμβολικής εξουσίας, παρόντων αλλά και μελλοντικών πολιτικών παραγόντων.
Θεωρώ  ότι οι δύο κυρίαρχες τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι εγκλωβισμένες σε μια στείρα και άνευ ουσίας, κατά την άποψή μου, διαμάχη στην οποία αντιπαρατίθεται από τη μία ένας ακραία οπτιμιστικός Ευρωπαϊσμός, που βασίζεται στη λογική της ταυτόχρονης αλλαγής συσχετισμών  στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες, μολονότι όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στα βαθμό που κάποια χώρα αναλάβει μια πρωτοβουλία ρήξης και σύγκρουσης και έτσι λειτουργήσει παραδειγματικά και για τις υπόλοιπες, και από την άλλη μια πολιτική πρόταση που έχει επενδύσει τα πάντα στη λογική φετιχισμού του νομίσματος, καθιστώντας μια, κατά κύριο λόγο, ενδοαστική σύγκρουση, σε κεντρική διαμάχη της αριστεράς.
Η λύση κατά την άποψή μου βρίσκεται στη συνέχιση της διακοπείσης «πορείας προς το λαό», με αιχμή του δόρατος μια πολιτική που δεν θα λειτουργεί κατευναστικά, στην ανορθολογική προσπάθειά της  να σώσει ένα σεσηπός θεσμικό πολιτικό οικοδόμημα, αλλά ρηξιακά ως προς αυτό, εκφράζοντας έτσι και αυτό που ο Μπλοχ χαρακτήρισε ρομαντικό αντικαπιταλισμό των μαζών. Μιας που αν δεν το κάνει το κενό της θα καλύψουν, όπως και ως ένα βαθμό ήδη συμβαίνει, άλλου τύπου μεγάλες αφηγήσεις, ακροδεξιάς προέλευσης.
Πιστεύω εν κατακλείδι, πως σε μια περίοδο απόλυτης κοινωνικο-πολιτικής ρευστότητας, στην οποία επικρατεί αυτό που εύστοχα ονομάστηκε πολιτικο-κοινωνική οντολογία του ενδεχομενικού, η στροφή στη χειμαζόμενη κοινωνία είναι μόνοδρομος. Άλλωστε όπως εμφυώς έλεγαν οι Ιταλοί εργατιστές «η αντίσταση προηγείται».
* Έξω βρέχει ένα κρύο
         κόσμο
      Paolo Conte
Θεσσαλονίκη 15/05/2013
    Σωτήρης  Ασημιάδης

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Εισήγηση του Σωτήρη Ασημιάδη για την ιθαγένεια στην επιστημονική εκδήλωση της Δικηγορικής Συνεργασίας με θέμα "Πρόσφατες εξελίξεις στο καθεστώς απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς πολίτες¨"


Ιθαγένεια και μεταδημοκρατία

Από το 1955 έως σήμερα, οι κυρίαρχες επιλογές της Ελληνικής έννομης τάξης σε σχέση με το ποιος είναι και το ποιος γίνεται Έλληνας πολίτης παραμένουν σε γενικές γραμμές οι ίδιες, με μόνη αξιοπρόσεκτη εξαίρεση τις αλλαγές που επήλθαν στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 σε σχέση με την ιθαγένεια των γυναικών και των παιδιών τους με γνώμονα την προώθηση της ισότητας των φύλων.
            Οι επιμέρους, έκτοτε, παρεμβάσεις δυστυχώς ουδέποτε αμφισβήτησαν την αρρωστημένη εμμονή του Ελληνικού δικαίου της ιθαγένειας στην αρχή του αίματος.
            Η πρώτη ουσιαστική ρήξη στη λογική του Jus Sanguinis, υπήρξε αναμφίβολα ο νόμος 3838/2010 γνωστός και ως νόμος Ραγκούση που έδινε το δικαίωμα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, της κτήσης της ιθαγένειας από αλλοδαπούς που διαμένουν στην Ελλάδα, εισήγαγε δηλαδή, έσω και με καθυστέρηση δεκαετιών το JUS LOCI.
            Δυστυχώς η τελευταία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι διεργασίες που ακολούθησαν, ως αποτέλεσμα της παραπάνω απόφασης, προς την κατεύθυνση μιας επί τα χείρω τροποποίησης του συγκεκριμένου νόμου, μας επανέφεραν βίαια στη σκληρή πραγματικότητα.
            Η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί, όσο κι αν ακούγεται ακραίο, το νομικό ισοδύναμο των αλαλαγμών των τσολιάδων χουλιγκάνων του 2004 που φώναζαν εν χορώ το γνωστό «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ – Αλβανέ».
            Η απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας είναι βέβαια διατυπωμένη με πιο εύσχημο τρόπο, αλλά νομίζω πως ο σκληρός ιδεολογικός πυρήνας παραμένει ο ίδιος.
            Το δυσάρεστο είναι όμως, κυρίως για μας που παροικούμε την Ιερουσαλήμ, ότι η Δικαστική εξουσία και εν προκειμένω το Συμβούλιο της Επικρατείας αντί να αποτελεί ανάχωμα στην εμπέδωση παρόμοιων πολιτικών που βασίζονται σε ξεπερασμένα και εν πολλοίς επικίνδυνα ιδεολογικά στερεότυπα, πολλώ δε μάλλον όταν αυτά αφορούν τις  ζωές χιλιάδων συμπολιτών μας, γίνεται στην ουσία μηχανισμός ιδεολογικής αναπαραγωγής τους.
            Χαρακτηριστικό παράδειγμα του παράλογου αυτής της επιστροφής στην προ του 3838/2010 κατάστασης αποτελεί η αντιμετώπιση της δεύτερης γενιάς μεταναστών στην Ελλάδα, ενώ η  τρίτη σιγά – σιγά έρχεται.
            Η δεύτερη γενιά μεταναστών και πολύ περισσότερο η τρίτη, δεν νιώθει καν μεταναστευτική γενιά, διότι, πολύ απλά δεν έχει δεσμούς με κανένα άλλο κράτος.
            Με άλλα λόγια είναι αδιανόητο, πολλοί άνθρωποι να θεωρούν την Ελλάδα πατρίδα τους και αυτή να τους το αρνείται.
            Το γεγονός ότι μέχρι τον 3838/2010 η χώρα μας ήταν η μόνη μεταξύ των πρώτων 15 της Ε.Ε. που δεν προέβλεπε ένα μηχανισμό που διευκολύνει την κτήση της ιθαγένειας για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εδώ, συνιστούσε αρνητική πρωτοτυπία που αναπαρήγαγε κραυγαλέες αδικίες με θύματα νέους ανθρώπους που τους απαγορευόταν να είναι, παρά τη θέλησή τους, πολίτες της χώρας.
            Πρέπει να τονιστεί ότι με τον 3838, ο οποίος υποτίθεται ότι πρέπει να αλλάξει, συντελέστηκε η ευθυγράμμιση, ως ένα βαθμό, του Ελληνικού Δικαίου Ιθαγένειας, με τους νόμους των 15 κρατών μελών της Ε.Ε., που αποτελούν μεταναστευτικούς προορισμούς. Ο νόμος αυτός προέβλεπε ρυθμίσεις κτήσης της ιθαγένειας που είτε υπάρχουν στις χώρες του Ευρωπαϊκού νότου είτε έχει αποφασιστεί η υλοποίησή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ιταλία, χώρα με το πιο αυστηρό δίκαιο Ιθαγένειας, η οποία με πρωτοβουλία του Προέδρου της  Δημοκρατίας Τζιόρτζιο Ναπολιτάνο έχει θέσει ως  προτεραιότητα την κτήση της ιθαγένειας από τη δεύτερη γενιά μεταναστών.
            Η Πορτογαλία με τη μεταρρύθμιση του 2006 επέφερε αλλαγές εξαιρετικά πιο προωθημένες από τον 3838/2010.
            Στην Ισπανία, τα παιδιά των νόμων μεταναστών, τα οποία γεννήθηκαν στη χώρα αποκτούν την ιθαγένεια σε ένα χρόνο, στη δε Γαλλία, της οποίας το δίκαιο βασίζεται στο JUS LOCI, αν ένα παιδί ζήσει 5 χρόνια στη χώρα και είναι κάτω των 16 αποκτά την ιθαγένεια.
            Για το πόσο μεγάλη οπισθοδρόμηση είναι μια πιθανή στην προ του 3838/2010 κατάσταση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι με βάση τον Ευρωπαϊκό δείκτη ΜΙΡΕΧ, που ποσοτικοποιεί τις επιδόσεις σε ζητήματα ιθαγένειας η Ελλάδα πριν το 2010 βρίσκονταν στις τελευταίες θέσεις των 30 κρατών, ενώ μετά τον 3838/2010 βρέθηκε στην 13η θέση.
            Πρέπει να σημειώσω ότι μια επιστροφή στην προ του νόμου Ραγκούση κατάσταση σημαίνει επίσης και έναν εντελώς συντηρητικό και κλειστοφοβικό ορισμό της έννοιας του έθνους, που ορίζεται ως μια κλειστή και ομοιογενής κοινότητα η οποία δεν εξελίσσεται στον χρόνο.
            Είναι ενδιαφέρον ότι με βάση έναν τέτοιου τύπου ορισμό, σημαντικοί Έλληνες του παρελθόντος δεν θα έπρεπε να έχουν την Ελληνική ιθαγένεια, όπως για παράδειγμα μεγάλο μέρος των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821.
Εάν και εφόσον επαληθευτεί το χειρότερο σενάριο, της ανάκλησης δηλαδή της ιθαγένειας όσων αλλοδαπών την απέκτησαν με βάση τον 3838/2010, τότε και στο πλαίσιο μιας φιλοπαίγμωνος αλλά όμως ταυτόχρονα πιστής και ακραίας εφαρμογής της λογικής του δικαίου του αίματος και της στενής ερμηνείας περί έθνους θα ήταν ενδιαφέρουσα μια Post Mortem ανάκληση της ιθαγένειας όλων των προηγούμενων.
Είναι βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι το συμπαγές Εθνικό κριτήριο μπορεί να αντέξει κάποιες εξαιρέσεις, αν αληθεύει το γεγονός ότι ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών Χρ. Αθανασίου υποστήριξε πως συζητείται το ενδεχόμενο καθιέρωσης «Εξαιρετικής» ιθαγένειας σε επενδυτές. Έτσι γίνεται σαφές ότι πέραν των γνωστών κριτηρίων για την χορήγηση της Ελληνικής ιθαγένειας εισάγεται και το καινοφανές κριτήριο της οικονομικής κατάστασης των αιτούντων.
Είναι νομίζω προφανές ότι η συντηρητική αυτή στροφή σε ότι αφορά το δίκαιο της ιθαγένειας, δεν αποτελεί μεμονωμένη επιλογή, αλλά εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση απίσχανσης των δικαιωμάτων και αυταρχοποίησης της πολιτικής και κοινωνικής ζωής σε όλες της τις εκφάνσεις.
Θέλω να θυμίσω ότι κομμάτι της ίδιας πολιτικής λογικής υπήρξε και το άνοιγμα των περίφημων στρατοπέδων υποδοχής – συγκέντρωσης των «παράνομων» μεταναστών και περισσότερο θα ήθελα να σταθώ στην ονομασία που δόθηκε σε αυτή την επιχείρηση «ΞΕΝΙΟΣ ΖΕΥΣ». Τέτοιου είδους παιγνιώδη φρίκη, μπορεί να συναντήσουμε μόνο αν ανατρέξουμε πίσω στα; ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης που είχαν στην προμετωπίδα τους το γνωστό «Η εργασία απελευθερώνει».
Σε κάθε περίπτωση, είναι νομίζω λάθος και αποτέλεσμα ενός ιδιότυπου επιστημονικού αυτισμού να απομονώσουμε την πολιτική που αφορά την ιθαγένεια χωρίς να την εντάξουμε σ΄ ένα γενικότερο μεταδημοκρατικό πολιτικό σχέδιο που βασίζεται σε πολιτικά νεοσυντηρητικές αφηγήσεις.  Οι αφηγήσεις αυτές έχουν ως στόχο την προβολή στο συλλογικό φαντασιακό ιδεολογικών κατηγοριών, όπως εκείνες ενός δήθεν συμπαγούς, χωρίς ρηγματώσεις έθνους, αμετάβλητο και ακίνητου στο χρόνο, με απώτερο σκοπό να συσκοτίσουν την προϊούσα διάρρηξη  του κοινωνικού ιστού , την αποδιάρθρωση των συλλογικοτήτων και να επιτύχουν την εμπέδωση μιας κοινωνίας που θα αποτελείται από έμφοβες ατομικότητες.
Πρέπει να πω, χωρίς να το θεωρώ υπερβολή, ότι ζούμε μια ιδιότυπη κατάσταση εξαίρεσης, στην οποία, όπως λέει ο Agamben, το Σύνταγμα υπάρχει μέσω της αναστολής του και ο νόμος εφαρμόζεται απεφαρμοζόμενος, οι δε πολίτες, κυρίως οι αδύναμοι κοινωνικά, πρωτίστως οι αλλοδαποί συμπολίτες μας, αλλά όχι μόνον αυτοί πια ,ζουν σε μια ιδιότυπη κατάσταση περιληπτικού αποκλεισμού, ζουν δηλαδή μετέωροι σε μια σκοτεινή νομικά ζώνη που υπάρχει ανάμεσα στο νομιμο και το παράνομο, χωρίς να είναι ιδιαίτερα ευκρινές, πώς και πότε περνούν από το ένα στο άλλο.
Τελειώνοντας και για να επανέλθω στο αρχικό θέμα η απόλυτη επιστροφή στο Δίκαιο του αίματος σε μια ζοφερή πολιτικο-κοινωνική συγκυρία όπως η σημερινή ,μου δίνει την εντύπωση ότι στο βάθος του δρόμου αχνοφαίνεται η πύλη του Αουσβιτς που είναι έτοιμο να μας υποδεχτεί στη φιλόξενη αγκαλιά του και στην προμετωπίδα η επιγραφή «η εργασία απελευθερώνει» ή η ακόμη «εφυέστερη» Ξένιος Ζευς, διαλέγουμε και παίρνουμε.