Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Necessitas legem non habet

Απο την Αυγή 2/04/2010
Κλείνανε τα παράθυρα κατέβαιναν ρολά
Σιδηροντυμένη έμπαινε πια στην πόλη η εξίσωση
Έκτωρ Κακναβάτος

Του Σωτήρη Ασημιάδη

Η προσπάθεια που γίνεται τους τελευταίους μήνες, τόσο από τους πολιτικούς «διαχειριστές» της κρατικής εξουσίας όσο και κυρίως από τα ΜΜΕ, να παρουσιαστεί η παρούσα κρίση ως κρίση της «Ελληνικής Οικονομίας», η οποία προσλαμβάνει τη μορφή μείζονος εθνικού ζητήματος, που άπτεται και της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας, είναι προφανώς το ιδεολογικό πρόσχημα για την επιλογή μιας επί τα χείρω διαδικασίας καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.
Κατ΄ αρχάς η χρήση της έννοιας Ελληνική Οικονομία είναι από μόνη της προβληματική και μη εντάξιμη σε μια αριστερή μαρξιστική ανάλυση.
Η έννοια Ελληνική Οικονομία αποτελεί ιδεολογική κατασκευή, που με ψυχαναλυτικούς όρους θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε ως την προβολή στο συλλογικό φαντασιακό μιας δήθεν ενοποιημένης και συμπαγούς κοινωνικο - ταξικής δομής χωρίς ρηγματώσεις, κοινωνικές διαστρωματώσεις και συγκρούσεις.
Εκείνο που στην πραγματικότητα υπάρχει, δεν είναι μια ουδέτερη Ελληνική Οικονομία που συντίθεται από ομονοούντα παραγωγικά υποκείμενα, είναι ο ελληνικός καπιταλιστικός οικονομικο - κοινωνικός σχηματισμός, ταξικά διαστρωματωμένος και πλήρης αντιθέσεων.
Η χρήση τού ενός ή του άλλου όρου δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση «ουδέτερη» και αθώα εννοιολογική επιλογή μιας και, σε αντίθεση με μια κυρίαρχη και ισοπεδωτική νομιναλιστική λογική, η χρήση των εννοιών είναι απολύτως συνδεδεμένη τόσο με τον τρόπο ερμηνείας όσο και με τη βούληση ή όχι μετασχηματισμού της υλικής πραγματικότητας.
Εκείνο που, κατά συνέπεια, βρίσκεται σε κρίση, με βάση τα όσα παρέθεσα πιο πάνω, είναι ο ελληνικός - καπιταλιστικός οικονομικο - κοινωνικός σχηματισμός, κρίση που ξεκίνησε, ως γνωστόν, ως κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος που κατ΄ άλλους έχει τις ρίζες της στο τέλος του Brettοn Woods και, για το σύνολο σχεδόν των αναλυτών, στην υπερίσχυση μιας στρατηγικής συσσώρευσης υπό την ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου, κρίση που πάντως μετατράπηκε σε κλασσική κρίση υπερσυσσώρευσης, η οποία κατά κανόνα ξεπερνιέται με την καταστροφή των μη επαρκώς αξιοποιούμενων κεφαλαίων, μέσω δηλαδή μιας κατά Schumpeter, creative destruction.
Από τις προπεριγραφείσες, καταστροφικές δυναμικές πλήττεται πρωτίστως η εργασία ως η κατ΄ εξοχήν παραγωγική δύναμη.
Είναι ηλίου φαεινότερο, συνεπώς, ότι η πολιτική της κυβέρνησης που προσπαθεί να παρουσιάσει την κρίση ως «εθνικό πρόβλημα», τις συνέπειες του οποίου θα πρέπει να πληρώσουν εξίσου όλοι, δίκαιοι και άδικοι, golden boys και πένητες, εκκινεί από την εκούσια ιδεολογική και πολιτική επιλογή στο τέλος της οποίας βρίσκεται η επικράτηση ενός καπιταλισμού προσίδιου στον πρκενσυανό καπιταλισμό του 19ου αιώνα και μάλιστα με πολύ πιο επαχθείς, για τα αδύνατα κοινωνικά στρώματα, όρους.
Βασικό όπλο, για την εμπέδωση της εξαιρετικά επιθετικής αυτής αστικής στρατηγικής συσσώρευσης, υπό την ηγεμονία των πιο ακραία νεοφιλελεύθερων μερίδων του χρηματιστικού κεφαλαίου, αποτελεί και η δημοσιονομική τρομοκρατία, που με την απειλή της χρεοκοπίας της «Ελληνικής Οικονομίας» λειτουργεί, κατ΄ ουσία ως μηχανισμός κοινωνικής πειθάρχησης.
Η μικροφυσική της καθημερινής μιντιακής βίας λειτουργεί αποτρεπτικά για την εν δυνάμει ένταξη σε συλλογικές υποκειμενικότητες, που αναλύουν με ταξικούς όρους την παρούσα συγκυρία.
Το μείζον, πάντως, πολιτικο - οικονομικό διακύβευμα της παρούσας κρισιακής συγκυρίας, δεν είναι προφανώς η εξυγίανση ή όχι των δημοσιονομικών μεγεθών, ούτε βέβαια οι όροι δανεισμού του ελληνικού καπιταλισμού.
Είναι η διαφαινόμενη επικράτηση, στο τέλος του κύκλου, ενός μεταφορντικού μοντέλου συσσώρευσης και οργάνωσης της εργασίας, που θα βασίζεται στην γενικευμένη επικράτηση αυτού που σήμερα φαίνεται ως μη κανονικό, δηλαδή των μερικώς απασχολούμενων, ημιαπασχολούμενων πρεκάριων και φυσικά των ανέργων - κοινωνικά αποκλεισμένων.
Η σίγουρη και δια βίου εξαρτημένη εργασία βαίνει συρρικνούμενη και ένας μεγάλος αριθμός νέων εργαζομένων αδυνατεί να εξασφαλίσει εργασία σύμφωνα με τα προσόντα και τις προσδοκίες του, ρευστοποιείται πλήρως το υπόδειγμα της κανονικής εργασιακής βιογραφίας, τα διαστήματα εργασίας εναλλάσσονται, με όλο και μεγαλύτερα διαστήματα ανεργίας, η οποία τείνει να μην αποτελεί πια μια έκτακτη περίσταση.
Έτσι οι κανονικές εργασιακές βιογραφίες μετατρέπονται σε βιογραφίες της «διακινδύνευσης».
Είναι σαφές από τα παραπάνω ότι ο νέος, μεταφορντικός καπιταλισμός θα αποτελεί υβριδικό και εκρηκτικό ταυτόχρονα μείγμα στοιχείων και συνθηκών του καπιταλισμού της απόλυτης και του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας.
Είναι επίσης πολύ πιθανό, κατά τη γνώμη μου, ότι από την παρούσα συγκυρία θα προκύψουν κοινωνικές συγκρούσεις όχι ευκόλως ερμηνεύσιμες και εντάξιμες σε παραδοσιακά ερμηνευτικά σχήματα.
Το πολύμορφο μεταφορντικό εργασιακό σύμπαν δεν είναι εύκολα αναγώγιμο σε κλασικές θεωρητικές κατηγοριοποιήσεις, γι΄ αυτό και η κυρίαρχη πολιτική της αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης ως εξαιρετικής κατάστασης (exepsio) (κίνδυνος απώλειας εθνικής κυριαρχίας, χρεωκοπία, ενδυνάμωση ξένων κέντρων εξουσίας) έχει πολλά κοινά με την Σμιτιακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Η προϊούσα απίσχανση των εργασιακών δικαιωμάτων και κατακτήσεων και η διαφαινόμενη αποδόμηση του Εργατικού Δικαίου παρουσιάζεται ως αναγκαία θυσία στον βωμό της διάσωσης της «Εθνικής Οικονομίας».
Τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, η επιβολή του κράτους έκτακτης ανάγκης και η συνεπακόλουθη περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών γίνεται πάντοτε με την επίκληση κάποιου εθνικού κινδύνου.
Όπως στο κράτος έκτακτης ανάγκης, έτσι και στα παρόντα «έκτακτα» μέτρα ο νόμος υπάρχει μέσω της αναστολής του.
Το παράδοξο της κυριαρχίας, όπως γράφει ο Σμιτ, «συνίσταται στο γεγονός ότι ο κυρίαρχος βρίσκεται την ίδια στιγμή εντός και εκτός της έννομης τάξης». Αν πράγματι κυρίαρχος είναι αυτός στον οποίο η έννομη τάξη αναγνωρίζει την εξουσία να κηρύσσει την κατάσταση εξαίρεσης και να αίρει, με αυτό τον τρόπο, την ισχύ της τάξης, τότε ο ίδιος βρίσκεται έξω από την κανονικά ισχύουσα έννομη τάξη και ωστόσο ανήκει σ΄ αυτήν, εφόσον είναι αρμόδιος για τη λήψη της απόφασης, αν η ισχύς του Συντάγματος μπορεί να ανασταλεί in toto.
Η παραπάνω αναφορά στη Σμιτιανή ανάλυση του κράτους έκτακτης ανάγκης σε σχέση με τα «έκτακτα μέτρα» που αφορούν τα εργασιακά δικαιώματα αφορά τόσο την ύπαρξη ενός κοινού θεωρητικο - ιδεολογικού «σκληρού πυρήνα της εξουσίας», που υπάρχει έξω και πέρα από κάθε νόμο και νομιμοποίηση ούσα ταυτόχρονα στην καρδιά του ίδιου του νόμου, όσο και αποτελεί υπόμνηση της αντιμετώπισης που θα τύχουν οι εν δυνάμει αναπτυσσόμενες κοινωνικές δυναμικές ως επικίνδυνες, εν τέλει, για τη διατήρηση και αναπαραγωγή των υπαρχουσών σχέσεων εξουσίας.
Εν τέλει τόσο σε επίπεδο νομικο-πολιτικό όσο και σε επίπεδο εργασιακών δικαιωμάτων η εξαίρεση, το μη κανονικό, το έκτακτο μετατρέπεται σε κανονικό και «νόμιμο» μέσο αντιμετώπισης της κρίσης.
Ο μελλοντικός, όχι όμως και πολύ, εργαζόμενος θα είναι ο γυμνός εργαζόμενος του Marx, που δεν θα έχει τίποτε άλλο εμπορεύσιμο πλην της εργατικής του δύναμης, όταν και εφόσον και αυτή θα ζητείται από την αγορά ως εμπόρευμα.
Το βιοπολιτικό του αντίστοιχο θα είναι ο Homo sacer, όπως τον περιγράφει ο Agamben, γυμνός από δικαιώματα, «άθυτος αλλά φονεύσιμος».
Η μόνη, συνεπώς, πολιτική αντίδραση σε όλα τα παραπάνω είναι μια πολιτική γενικευμένης ανυπακοής και σύγκρουσης αλλά και η de facto επανασύνθεση, μέσω των κοινωνικών αγώνων, ουσιαστικών κοινωνικών συλλογικοτήτων που πέραν της αντίστασης που θα προβάλλουν στην προϊούσα επικράτηση ενός πιο άγριου καπιταλισμού, θα αποτελούν σε εμβρυακή έστω μορφή εναλλακτικές μορφές μη αγοραίας κοινωνικής συμβίωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου